ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Γ.Σ.Ε.Ε.- Α.Δ.Ε.Δ.Υ.

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

 

Η Ετήσια Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΣΕ ΑΔΕΔΥ για την «Ελληνική Οικονομία και απασχόληση, έτους 2005»

 

Η κεντρική επιδίωξη της Έκθεσης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ  για την ελληνική  οικονομία και την απασχόληση του έτους 2005 η οποία αποτελεί συλλογική εργασία του Ινστιτούτου συνίσταται στη διερεύνηση και επισήμανση των εξελίξεων και των πτυχών που συγκροτούν , σε μεγάλο βαθμό, τον  κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό στην  Ελλάδα καθώς και στην ανάδειξη της αναγκαιότητας και προσδιορισμού των στόχων και των επιλογών του νέου αναπτυξιακού υποδείγματος, με προσανατολισμό την οικονομία της γνώσης και την αναστροφή της πορείας επιβράδυνσης του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας, επιδείνωσης του επιπέδου  ανταγωνιστικότητας, αύξησης της ανεργίας και επιδείνωσης των εισοδηματικών και κοινωνικών ανισοτήτων, στις νέες συνθήκες διεθνοποίησης της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Η Έκθεση αποτελείται από δέκα   βασικά μέρη:

Το πρώτο μέρος που αναφέρεται στις κατευθύνσεις της  οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, περιλαμβάνει την ανάλυση επτά κατευθύνσεων οικονομικής πολιτικής στην χώρα μας, προκειμένου να αποφευχθεί η επαπειλούμενη επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας κατά το 2006.

Το δεύτερο μέρος που αναφέρεται στις εξελίξεις της ελληνικής οικονομίας κατά τα τελευταία χρόνια και τις μακροχρόνιες τάσεις της, περιλαμβάνει την πορεία της πραγματικής σύγκλισης, την συσσώρευση του κεφαλαίου, τους καθοριστικούς παράγοντες των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, της μεγέθυνσης του ΑΕΠ, των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου της παραγωγικότητας της εργασίας, της απασχόλησης και των μακροχρόνιων τάσεων εξέλιξής τους.

Το τρίτο μέρος το οποίο αναφέρεται στις εξελίξεις της ελληνικής οικονομίας κατά το 2004-2005 περιλαμβάνει την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών καθώς και τις δημοσιονομικές εξελίξεις κατά την συγκεκριμένη περίοδο.

Το τέταρτο μέρος  το οποίο  αναφέρεται στο επίπεδο των μισθών στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, περιλαμβάνει την εκτίμηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα, τις μεταβολές των μισθών και του κόστους εργασίας, την συγκριτική ανάλυση, του επιπέδου των αμοιβών στις χώρες της ΕΕ-15, τις εισοδηματικές ανισότητες και την εξέλιξη του κατώτατου μισθού στην  Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 25 κρατών –μελών.

Το πέμπτο μέρος το οποίο αναφέρεται στην ανταγωνιστικότητα τιμής και στην διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, επεξεργάζεται, τους δείκτες ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, τον περιορισμό της εξωτερικής ισορροπίας και τις κατευθυντήριες στρατηγικές της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας,

Το έκτο μέρος που αναφέρεται στην ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση, επεξεργάζεται την μετάβαση από την ανταγωνιστικότητα του κόστους εργασίας στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της γνώσης, τους παράγοντες της καινοτομίας και αναδεικνύει την αναγκαιότητα ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος στην ελληνική οικονομία.

Το έβδομο μέρος που αναφέρεται στην απασχόληση και την ανεργία, περιλαμβάνει τις μεταβολές της απασχόλησης και το ποσοστό ανεργίας καθώς και τους μετανάστες, την περιφερειακή κατανομή και την απασχόλησή τους στην χώρα μας.

Το όγδοο μέρος,  το οποίο αναφέρεται στις άμεσες ξένες επενδύσεις στα δέκα νέα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Ελλάδα, περιλαμβάνει τους παράγοντες προσέλκυσής τους στη χώρα μας, την αξιολόγησή τους και διατυπώνονται νέου τύπου κίνητρα για την επίτευξη του στόχου προσέλκυσης επενδυτών στην ελληνική οικονομία.

Το ένατο μέρος, το οποίο αναφέρεται στο φαινόμενο των εξαγωγών και των συγχωνεύσεων των επιχειρήσεων, περιλαμβάνει τα αίτια του φαινομένου των συγχωνεύσεων και των εξαγορών, τις επιπτώσεις στις εργασιακές σχέσεις, το θεσμικό πλαίσιο στην χώρα μας και το φαινόμενο των εξαγορών και συγχωνεύσεων στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία.

Το δέκατο μέρος, που αναφέρεται στις ποσοτικές προσεγγίσεις της βιωσιμότητας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, περιλαμβάνει την μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος, τις επιπτώσεις της μειωμένου βαθμού εισπραξιμότητας των εισφορών στη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος, την κλινική πυραμίδα των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων και των επιπτώσεών της στην οικονομική βιωσιμότητα του συστήματος, στην έκταση της φτώχειας στο πληθυσμιακό στρώμα των συνταξιούχων, οι επιπτώσεις από μία πιθανή αύξηση της μέσης πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης, η αδυναμία αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένων και εργοδοτών, την εφαρμογή του Ν. 3029/2002 και την ένταξη των οκτώ ειδικών ταμείων.

Η Έκθεση ολοκληρώνεται με την σχετική με το περιεχόμενο της, ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία.

Στην κατεύθυνση αυτής της προσέγγισης, τα πιο σημαντικά συμπεράσματα της Έκθεσης αναφέρονται στα εξής:

1.      Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ στην Ελλάδα με 4,2% κατά το 2004, ανακόπτεται από το 2005, αφού ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ κατά το τρέχον έτος θα περιορισθεί στο επίπεδο του 2,9%. Παράλληλα, οι προσδοκίες των επιχειρήσεων και των καταναλωτών, σχετικά με τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, είναι πιο απαισιόδοξες, εξαιτίας του περιορισμού της εσωτερικής ζήτησης, που υπήρξε η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά την τελευταία δεκαετία.

2.      Ο δείκτης πραγματικής σύγκλησης, δηλαδή ΑΕΠ ανά κάτοικο στην Ελλάδα στο τέλος της περιόδου 1960-2004, ως ποσοστό του αντίστοιχου μέσου δείκτη στην ΕΕ-15, ανέρχεται σε 88% στην Ισπανία, 68%στην Πορτογαλία και 73% στην Ελλάδα.

3.      Η πραγματική σύγκλιση πραγματοποιήθηκε κυρίως εξαιτίας της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Στο τέλος της περιόδου 1960-2005, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα (υπολογισμένη ανά απασχολούμενο) ανερχόταν περίπου στο 90% του μέσου όρου της ΕΕ-15, σε σύγκριση με την Ισπανία που έχει προσεγγίσει το επίπεδο του 95% και την Πορτογαλία που έχει προσεγγίσει το επίπεδο του 60% περίπου του μέσου όρου της ΕΕ-15.

4.      Οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα αυξάνονται με ρυθμούς που υπολείπονται των αντίστοιχων ρυθμών αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, έτσι ώστε τελικά το πραγματικό κόστος εργασί8ας ανά μονάδα προϊόντος να παρουσιάζει μακροχρόνια πτωτική πορεία. Η πτώση αυτή δημιουργεί μεγάλα περιθώρια κέρδους στις επιχειρήσεις και είναι ο ουσιαστικότερος λόγος της ανόδου της κερδοφορίας στην Ελλάδα μετά το 1990.

5.      Οι προβλέψεις κατά το 2005 στην Ελλάδα εκτιμούν ότι με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 2,9% και αύξηση της έντασης κεφαλαίου κατά 2,5%, η απασχόληση αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,7% και η παραγωγικότητα της εργασίας κατά 2,1%.

6.      Οι επενδύσεις σε μηχανικό εξοπλισμό αυξήθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία τετραετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό 8,8%, έναντι μείωσης -1,2% στην ΕΕ-15 κατά μέσο όρο, -3,7% στην Πορτογαλία, 0% στην Ισπανία, -0,7% στην Ιρλανδία και προβλέπεται, κατά το 2005-2006 περαιτέρω επιβράδυνση (4% ετησίως). Η αύξηση στην Ελλάδα το 2004 ήταν +5,8% και -1,0% στην Ιταλία. Εξάλλου, η υπεροχή αυτή της ελληνικής οικονομίας σε επενδύσεις σε μηχανικό εξοπλισμό εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, την ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας έναντι των άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

7.      Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ-15, εξαιτίας της υπερβάλλουσας ζήτησης σε περισσότερους κλάδους παραγωγής, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται μικρός βαθμός ανταγωνισμού σε μία σειρά αγορών προϊόντων που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αυξάνουν τις τιμές τους ανεξάρτητα και περισσότερο από την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αυξάνουν σημαντικά τα περιθώρια κέρδους. Κατά τα αμέσως επόμενα έτη, καθώς θα επιβραδύνεται η ζήτηση και θα μειώνεται η απόσταση του ΑΕΠ  από την μακροχρόνια τάση του, οι πληθωριστικές πιέσεις πιθανότατα να περιορισθούν εφόσον συνεχισθεί η επιβράδυνση της εσωτερικής ζήτησης και εφόσον η φορολογική πολιτική και οι αυξήσεις της τιμής του πετρελαίου δεν συμβάλουν σε πρόκληση αλυσιδωτών αυξήσεων των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών.

8.      Η κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας το 2004 ήταν η αύξηση της εγχώριας ζήτησης, η οποία αυξήθηκε κατά 4,2%. Κατά το 2005-2006 αναμένεται να παρουσιάσει σε σημαντική επιβράδυνση σε 2,2%-3,0% ετησίως. Εξάλλου, οι καλύτερες επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας σε μία σειρά μεγεθών (ΑΕΠ, παραγωγικότητα εργασίας, επενδύσεις παγίου κεφαλαίου) αποδίδονται στην ταχύτερη άνοδο της ζήτησης στην Ελλάδα σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

9.      Η επιδείνωση του δημόσιου ελλείμματος σχετίζεται, τόσο με την εξέλιξη των εσόδων, όσο και των δαπανών του δημοσίου. Οι μεν δαπάνες του δημοσίου ακολούθησαν ανοδική τάση από το 1999, τα δε έσοδα του δημοσίου ακολουθούν πτωτική τάση από το 2001. Από το 1990 άρχισε πορεία μείωσης των ελλειμμάτων που οδήγησε από το 1994 στην δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία αυξανόμενα προσέγγισαν το ανώτερο σημείο τους (+5% του ΑΕΠ) το 1999. Το πρωτογενές αυτό πλεόνασμα σταδιακά μειώθηκε και το 2004, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, διαμορφώθηκε ένα σημαντικού μεγέθους συνολικό έλλειμμα της τάξης του -6,7%. Το δημόσιο έλλειμμα διευρύνει παραπέρα το δημόσιο χρέος (112.1% του ΑΕΠ, 2005) απορροφά το 66% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού και 58.3% των δαπανών του και χρηματοδοτείται η αποπληρωμή του δανεισμού του με φόρους που ανέρχονται στο 25% του ΑΕΠ. Η μεταφορά πόρων από τους φορολογούμενους στους δανειστές του δημόσιου χρέους έχει διαμορφώσει στην Ελλάδα ένα επιπλέον θύλακα ανισοκατανομής του εισοδήματος σε βάρος των μισθωτών.      

10. Οι μέσες πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων στον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας, κατά το 2003-2004, παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμες (η αθροιστική αύξηση ανέρχεται σε 0,4%), επομένως οι επιχειρήσεις ιδιοποιήθηκαν ολόκληρο το όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (αθροιστική αύξηση περίπου 5%). Στο σύνολο της πενταετίας 2000-2004, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε πραγματικούς όρους μειώθηκε κατά 12,4%.

11. Ένας βασικός δείκτης ανισότητας είναι ο λόγος του εισοδήματος των 20% περισσότερο εύπορων προς το εισόδημα των 20% λιγότερο εύπορων. Η Ελλάδα διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες. Το εισόδημα των 20% περισσότερο εύπορων ελλήνων είναι περίπου 6 φορές υψηλότερο από το εισόδημα των 20% λιγότερο εύπορων ελλήνων. Υψηλότερη ανισότητα παρουσιάζει μόνον η Πορτογαλία. Όλες οι άλλες χώρες της διεύρυνσης παρουσιάζουν μικρότερες ανισότητες από την Ελλάδα.

12. Οι μέσες μηνιαίες αποδοχές στην Ελλάδα το 2004 ανέρχονταν σε 1315 ευρώ έναντι 2030 ευρώ κατά μέσο όρο στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15 κρατών-μελών. Το αντίστοιχο μέγεθος στην  Πορτογαλία ανερχόταν σε 1066 ευρώ.

13. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας στην Ελλάδα είναι πλέον το χαμηλότερο στην ΕΕ-15 και μάλιστα σημαντικά μικρότερο από ό,τι στην Πορτογαλία με την οποία οι αυξήσεις στις αποδοχές των μισθωτών ήταν παρόμοιες με αυτή της χώρας μας, η παραγωγικότητα, όμως, της εργασίας στην μεν Ελλάδα αυξήθηκε κατά 28%, στην δε Πορτογαλία κατά 9% περίπου.

14. Η αύξηση των τιμών των εγχωρίων προϊόντων δεν αποδίδεται στις αυξήσεις του κόστους εργασίας, αλλά στην συστηματική αύξηση των περιθωρίων κέρδους που επιβαρύνει διαρκώς την ανταγωνιστικότητα τιμής. Επιπλέον, από την εξέλιξη της απόδοσης παγίου κεφαλαίου, αποδεικνύεται ότι η βελτίωση της κερδοφορίας ανάγεται εξ’ ολοκλήρου στην διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου στο σύνολο της οικονομίας, επομένως και της αποτελεσματικότητας με την οποία οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το πάγιο κεφάλαιό τους, ελάχιστα συνέβαλε στην βελτίωση της κερδοφορίας.

15. Η μείωση των ελληνικών εξαγωγών προς τις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο σε απόλυτο ύψος, όσο και ως ποσοστό συμμετοχής της αξίας τους στις συνολικές εξαγωγές αποτελεί σαφή ένδειξη  μειωμένης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα, της βιομηχανίας, αφού οι αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι πλέον ανταγωνιστικές. Το εμπορικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ κυμαίνεται στο επίπεδο του -9%. 

16. Το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας στην ελληνική οικονομία απαιτείται να βασιστεί σε ορισμένες νέες στρατηγικές επιλογές όπως: την μετάβαση στην οικονομία της γνώσης, την ανάπτυξη μίας σύγχρονης κουλτούρας και πρακτικής μάναντζμεντ στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και στον δημόσιο τομέα, την συγκρότηση ενός κοινωνικού κεφαλαίου συνεργασίας και την αναβάθμιση της θέσης της εργασίας.

17.  Η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα συνέβαλε στην αύξηση της απασχόλησης  κατά 2,8% το 2004, ενδεχομένως πρόσκαιρα για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών που προέκυψαν από την προετοιμασία και την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Παράλληλα, στο ίδιο έτος σημειώθηκε αύξηση της ανεργίας επειδή υπήρξε σημαντικότερη αύξηση της προσφοράς εργασίας. Κατά το 2005, η αναμενόμενη αύξηση της απασχόλησης στην Ελλάδα θα ανέρχεται σε 0,6% ως αποτέλεσμα της επιβράδυνσης του ΑΕΠ.  Στην Ε.Ε-15 το 2005 αναμένεται να υπάρξει αύξηση της απασχόλησης μεταξύ 0,2% και 0,8%, με εξαίρεση την Ισπανία (+2,1%) και την Ιρλανδία (+1,8%).

18. Η προσέλκυση Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) στην Ελλάδα, κινείται σε χαμηλά επίπεδα, κυρίως λόγω του μεγέθους της αγοράς, της γεωγραφικής θέσης, της χαμηλής εξωστρέφειας των επιχειρήσεων, του επιπέδου των υποδομών και των δικτύων, της γραφειοκρατίας και της αναποτελεσματικότητας των χρηματοοικονομικών και των φορολογικών κινήτρων. Παράλληλα, η μείωση του κόστους εργασίας, η μείωση της φορολογίας για την προσέλκυση ΑΞΕ και τα ειδικά φορολογικά κίνητρα επηρεάζουν ελάχιστα της αποφάσεις των ξένων επενδυτών. Έτσι, στην κατεύθυνση να συμβάλλουν στον βαθμό που τις αφορά  ΑΞΕ, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, στην ανάπτυξη του τεχνολογικού επιπέδου της χώρας, στην αύξηση της απασχόλησης και στην προώθηση  της ανάκαμψης της οικονομίας, να χρησιμοποιηθούν οι πόροι για την ενδυνάμωση της διαρθρωτικής ελκυστικότητας (π.χ. δημιουργία ολοκληρωμένων συμπλεγμάτων, ανάπτυξη των επενδύσεων των τοπικών επιχειρήσεων, κλαδική και γεωγραφική εξειδίκευση, ενίσχυση της Έρευνας και Ανάπτυξης και της εισαγωγής νέας τεχνολογίας, αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού κ.λ.π.)

19. Η διεξαγωγή συγχωνεύσεων και εξαγορών έχει σοβαρές επιπτώσεις στις εργασιακές σχέσεις, τόσο σε επίπεδο απασχόλησης, όσο και στη διαμόρφωση των όρων και των εργασιακών συνθηκών. Στην Ελλάδα έχει ήδη συντελεσθεί σε σημαντικό βαθμό η κάθετη ή συμπληρωματική συγκέντρωση πολλών επιχειρήσεων (π.χ. παραγωγή και εμπορία ηλεκτρικών ειδών και πληροφορικής, παραγωγή και εμπορία τροφίμων, συμμετοχή τραπεζών σε συμπληρωματικές υπηρεσίες) οι οποίες διαμέσου των θυγατρικών ή ελεγχόμενων επιχειρήσεών τους, πραγματοποιούν έντονη συγχωνευτική δραστηριότητα σε επιμέρους κλάδους.

20.  Οι ποσοτικές και αναλογιστικές προσεγγίσεις για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ  αποδεικνύουν ότι το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα πάσχει από εγγενή, πλέον, έντονη παθογένεια που δημιουργήθηκε, βασικά, από την κατασπατάληση των αποθεματικών του με υπαιτιότητα του ίδιου του κράτους. Επίσης, το πρόβλημα της εισφοροδιαφυγής και κατά συνέπεια της μειωμένης εισπραξιμότητας των ασφαλιστικών εισφορών αποδεικνύεται ως σοβαρό πρόβλημα και αναδεικνύεται η αναγκαιότητα αποτελεσματικής αντιμετώπισής του. Τέλος, αποδεικνύεται ότι σε κάθε αύξηση του μέσου πραγματικού ορίου συνταξιοδότησης κατά ένα ημερολογιακό έτος, ο χρόνος μακροχρόνιας βιωσιμότητας του συστήματος επιμηκύνεται κατά μερικούς μήνες.

 

Ελπίζουμε να βρείτε χρήσιμες πληροφορίες και υλικό κατά την περιήγηση σας στον ιστοχώρο μας. Επίσης μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας, με e-mail ή τηλεφωνώντας στο 2461049780

© COPYRIGHT www.inedm.gr